Λοιπον, τι με επιασε και ξαραχνιασα εδω; Η προσκληση της Ζετας για blogoπαιχνιδο.... γιατι στο Ζετονι δε μπορω να πω οχι -ετσι απλα. Δεν εχω κανενανε να προσκαλεσω, ολοι μου οι φιλοι παραιτηθηκανε, τους εφαγε το facebook γιαυτο χαθηκανε που λεει και το τραγουδι, αλλα τη χαρη του Ζετονίου θα την κανω.... Οριστε λοιπον το Top Ten Κυρια μου....
1.Αγαπημένη στιγμή: Νομιζω πως θα ειναι η τελευταια.. αλλα δε θα το μαθετε ποτε..
2.Αγαπημένο άρωμα:το όπιουμ, κι η μυρωδια του φρεσκου βερνικιου στα επιπλα (μου θυμιζει τα παιδικα μου χρονια!) 3.Αγαπημένο φαγητό: Αυγα τηγανητα με τυρι (αλλα δε θυμαμαι τι γευση εχουν)
4.Αγαπημένο γλυκό: Σοκοφρετα φυσικα 5.Αγαπημένο ποτό: Οταν εχω λεφτα, βοτκα (stolisnaya και μονο). Οταν δεν εχω, βολευομαι και με ημιγλυκο... 6.Αγαπημένο βιβλίο: Κεκλεισμενων των θυρων του Σαρτρ 7.Αγαπημένο τραγούδι: Brain Damage 8.Αγαπημένη σειρά: Η τριτη δεξια 9.Αγαπημένη έξοδος: του κινδυνου 10.Αγαπημένη διαδρομή:Της ζωης...
Θυμασαι τοτε πουσουνα νιος, τσιλικος κι ολοκαινουργιος, και σουλεγα οτι την εχεις ασχημα;
Ε, δεν ελεγα τα νουμερα του τζοκερ τρομαρα μου, ακομα καλυτερα δε ταπαιζα κιολας,
Που ευχηθηκαμε να μας φερεις οτι δε μας φερανε οι αλλες οι χρονιες, και συ πηγες και μας ταφερες ολα. Ολα ομως. Και περικοπες στους μισθους, και στις συνταξεις, κι αρρωστιες, και θανατους και λιμους και καταποντισμους μας εφερες... Οτι ειχανε ξεχασει οι προηγουμενοι, πηγες και μας το κουβαλησες. Αλλα δε φταις εσυ. Εμεις φταιμε που δεν προσεχουμε τι ευχομαστε, και που καθε χρονο νομιζουμε οτι εισαι νεος και ωραιος, και συ εισαι ο ιδιος αναποδος σκατογερος που δεν εχει μπαταρια στα ακουστικα του, κι οτι θελει καταλαβαινει...
Γιαυτο, αιντε, μαζεψτα και φυγε, και μεις ετοιμαζουμε το σκουποξυλο για τον καινουργιο χρονο.
Που τιποτα δεν εχουμε να ευχηθουμε.
Ισως ενα πραμα μοναχα.
Να μη μας κανει να σε νοσταλγησουμε.
Τιποτα αλλο.
Ακομα εδω εισαι; Αντε, αντε, μεχρι να παρεις τα ποδαρια σου, εφυγε κι ολας η μερα...
Αλλα εκει κατα τις αρχες του Δεκέμβρη, και τελευταια με τα τελη , μη σου πω και τα μεσα του Νοεμβρη, η πολη επαιρνε χρωμα.
Λαμπερο χριστουγεννιατικο χρωμα.
Στολισμενες βιτρινες, πολυχρωμα λαμπιονια, ενα κλικ να σου ανεβασει τη διαθεση, δυο φραγκα στην τσεπη σου παραπανω, μυρωδια μελομακαρονου και φουσκωτοι αγιοβασιληδες στα πεζοδρομια. Μερες χαρας και γιορτης, μερες που κανανε την πολη λιγοτερο γκριζα και τα μουτρα μας να αποκτουν μεγαλυτερη αποσταση απο το πατωμα.
Τα περσινα χριστουγεννα, ητανε μια υστατη προσπαθεια χαμογελου. Με μαγαζια στολισμενα απο πολυ νωρις, με φωτα αναμμενα κοντρα στην επερχομενη κριση, με σταγονες αισιοδοξιας, μετρημενες σα το χρυσο των Μαγων στη Βηθλεεμ.
Στριμωγμενα, αλλα φωτεινα.
Τα φετεινα χριστουγεννα ειναι σκοτεινα.
Και οχι, δεν ειναι που φταιει η δικια μου η διαθεση.
Τα σπιτια αργησαν να στολιστουν. Οι ανθρωποι αργησαν να στολισουν τα σπιτια. Το στολισμα θελει κεφι κι αισιοδοξια. Τα οποια εξανεμιστηκαν μαζι με τις υπολοιπες περικοπες. Αμα σουρθει τρακοσια ευρω η ΔΕΗ, που να βρεις ορεξη να βαλεις λαμπακια στα μπαλκονια; Εχουν αναψει τα δικα σου, και φτανουνε και περισσευουν.
Τα μαγαζια παλι, εχουνε στολιστει απο νωρις. Με λουκετα τα περισσοτερα. Και χρωματιστα ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ στα τζαμια. Οσα πρωτοτυπησαν, αντι για καλες γιορτες, γραφουνε στα τζαμια τους "εκπτωσεις εως 70%". Σα να κανεις χριστουγεννα στις εκπτωσεις του Αυγουστου ενα πραμα.
Η βολτα στην αγορα, εχει γινει πια "φατε ματια ψαρια" κι απο τις δυο μεριες. Οι καταναλωτες περνανε και κοιτανε τις βιτρινες απο μακρια. Οι μαγαζατορες κοιτανε τους καταναλωτες επισης απο μακρια. Και στα ματια και των δυο, υπαρχει η επιθυμια που δεν μπορει να πραγματοποιηθει. Σαν καταδικασμενος ερωτας ειναι η βολτα στην αγορα, και αντι να σου φτιαξει τη διαθεση, στη χαλαει περισσοτερο.
Τα γιορτινα τραπεζια στρωνονται με προσφορες, στην καλυτερη περιπτωση, και με τα οικογενειακα πακετα των δημων και των ενοριων στη χειροτερη. Τα παιδια μαθαινουν αποτομα για το θανατο του Αη Βασιλη, που εκοψε τις φλεβες του με την πιστωτικη καρτα του μπαμπα. Η νεα παιχνιδομηχανη χανει τη σειρα της μπροστα στα παπουτσια που χρειαζονται για το σχολειο. Και το Ipad που περιμεναμε, το πηρε ο Βενιζελος για εκτακτη εισφορα. Τα παιδακια θα πουν τα καλαντα σε συνταξιουχους, που θα τα φιλεψουνε μονο μελακαρονα, κι ισως για καποια αυτα, τουτο το φιλεμα να αξιζει πιο πολυ απολα τα δωρα, γιατι θα χορτασει τουλαχιστον την πεινα τους. Και οι κλειστες πορτες θα αυξηθουνε, γιατι ποιος μπορει να αρνηθει το χαρτζιλικι στα καλαντα ενος παιδιου;
Κι ολοι σε τουτη την πολη, ψαχνουνε το Χριστουγεννο, που μοιαζει να βουλιαξε μαζι με το δεντρο του Μπουταρη.
Και δε θα το βρουνε.
Γιατι το Χριστουγεννο ειναι παντα εκει που ηταν.
Εκει που δεν κοιταξαμε ποτε.
Διπλα μας.
Μεσα μας.
Στις αγκαλιες των ξεχασμενων συγγενων και φιλων, στο χαμογελο του παιδιου που παιρνει μια σοκολατα, στο χερι που απλωνουμε σε αυτον που ειναι σε χειροτερη κατασταση απο μας.
Κι ισως να μας χρειαζονται που και που καποια σκοτεινα Χριστουγεννα, μπας και δουμε κατα που πεφτει το αληθινο το φως...
Ειμαι κεινο το παιδι, που σε ακουγε κεινο το βραδι του Νοεμβρη, απο το ραδιοκασσετοφωνο που χε διπλα στο κρεβατι του.
Εκεινος ο εφηβος που η φωνη σου γεμιζε τα αυτια του και φουσκωνε την ψυχη του "εδω πολυτεχνειο, εδω πολυτεχνειο..."
Ειμαι κεινο το παιδι, που τοχε σκασει τοτε νυχτα απο το σπιτι του, κι ετρεχε στην ανταριασμενη Πατησιων, αναμεσα σε φανταρους και δακρυγονα.
Ειμαι ο γιος κεινης της μανας που αναψε το καντηλι και ξενυχτησε πανω απο το ραδιοφωνο, τρεμοντας απο το φοβο αν θα γυρισω πισω ξανα, και απο την περηφανεια που το παιδι της ητανε ενας ηρωας.
Την επιταγη μου απο κεινο το βραδι ξερεις, δε την εξαργυρωσα ποτε. Την κραταγα παντα στην ψυχη μου σαν κατι ομορφο, σαν κατι δυνατο που βιωσα στα νιατα μου, την ειχα καμαρι μου και φυλαχτο μου.
Εσυ ηξερες πιο καλα.
Με θυμασαι;
Με ξαναδες πριν μερικες βδομαδες, ειμαι κεινος ο πενηνταπενταρης ανεργος, απολυθηκα πριν μερικους μηνες και δεν εχω καμμια ελπιδα να ξαναβρω δουλεια. Ημουνα εκει, και φωναζα το ιδιο συνθημα με τοτε, και κατι νεαροι διπλα μου συμπληρωναν οτι η "χουντα δεν τελειωσε το 73", αλλα εγω δεν ηθελα να το φωναξω αυτο, γιατι εγω θυμαμαι οτι καποιοι παλαιψαν για να τελειωσει... Γιατι εγω νομιζα οτι η γενια μου την ειχε τελειωσει.
Με θυμασαι;
Δεν ειχε φανταρους τωρα, ειχε αστυνομικους, και τα δακρυγονα ητανε τα ιδια, κραγιον και βαζελινη γυρω απο τα ματια και μην τριβετε τα ματια σας, οπως ελεγες καποτε απο τα μικροφωνα του σταθμου, το θυμομουνα και το κανα και τωρα, μονο που τωρα δεν ειμαι πια δεκαεφτα, κοντευω εξηντα και δεν εχω πια τις ιδιες αντοχες.
Ειμαι μια μειοψηφια που αντιστεκεται λες.
Οπως τοτε.
Νομιζα πως η γενια μου αλλαξε τη χωρα.
Τωρα ξερω καλυτερα.
Δωσε μου το μικροφωνο.
"Εδώ Πολυτεχνείο,εδω Πολυτεχνείο.Σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των προδομενων αγωνιζομενων φοιτητων, των προδομενων αγωνιζομενων Ελληνων. Εκπέμπουμε σε 1.050 χιλιόκυκλους. Μεταδίδομε μήνυμα προς αυτους που αγωνίζονται κλεισμένοι στο Εθνικό Κοινοβουλιο,των εκπροσώπων των Τραπεζων που έφθασαν στην Αθήνα για να παρεμποδίσουν την συρρικνωση των κερδων τους. Και ΔΕΝ ειναι μυνημα συμπαραστασης αυτη τη φορα"
..και ξερεις, τουτες τις μερες, ειχα λογους πολλους για να γινω. Ειδα κι ακουσα τοσα που μουρθε μια φαγουρα στο κεφαλι για να αρχισω κουτουλιες, αλλα δεν ειχα κι ορεξη, κι ετσι περιοριστηκα να ξεριζωνω τουφες με τα νυχια μου οταν δε με βλεπε κανεις.. μη πανε χαμενες κι οι περουκες. Ειδα οτι κοστιζει πολυ το να πεθανεις, οσο και το να ζησεις μη σου πω, κι οτι πανω στον πονο των ανθρωπων καποιοι κανουνε λογαριασμους σε μπακαλοχαρτα. Ακουσα για πρωτη και δευτερη θεση, μπροστα στο διαδρομο ή σε γωνια, διαμερισμα στις εργατικες πολυκατοικιες ή μεζονετα με κηπο, τα γυψινα αγγελακια χρεωνονται χωριστα, το χαλικι ειναι πιο φτηνο απο το μαρμαρο, αλλα να ξερετε οτι το μαρμαρο λερωνει... Τοσα θελει ο παπας και τοσα ο καφετζης, και τοσα ο σερβιτορος που θα κανει το κουμαντο, ποιος εχει μυαλο για παζαρια ετουτες τις στιγμές, κι αντε να τελειωνουμε γιατι εχουμε να παμε κι αλλου.. Κι ο επιτροπος και οι παπαδες, να κοιτανε τη φωτογραφια και να κουνανε το κεφαλι, σα να λενε, παει η πελατισσα τη χασαμε...
Κι υστερα, ειδα τα πιτσιρικια τα ανηψακια μου να πιανουνε σειρα να κοινωνησουνε για τη "θεια Κομπι", και να σπρωχνουνε τα λουλουδια για να δουνε τη φωτογραφια, σα να θελανε να σιγουρευτουνε οτι κοινωνανε για τη σωστη θεια, μην τυχον και κανουνε κανενα λαθος.(Κι επειδη ξερω πως ισως το διαβασεις ετουτο, να σου πω κι απο δω ευχαριστω..)
Κι υστερα, ειδα τη μοναδικη, τελευταια πελατισσα της, μια παχουλη νεα κοπελα, που μαθε τα νεα ακομψα απο το τηλεφωνο, να σπαραζει μονη της σε μια γωνια.. Η μανα μου ελεγε οτι οι τεχνιτες ραβουνε για παχουλες... οι ατζαμηδες ραβουνε ρουχα για σανιδια...
Κι υστερα, δεν μπορουσα να γινω κακια πια..
Μονο που μου ξανανεβηκε κεινος ο κομπος στο λαιμο, και ακομα ψαχνω πως να κλαψω...
Θα μου πεις, ουτε η πρωτη, ουτε δυστυχως η τελευταια εισαι.
Δεν ειμαι.
Αλλα ξερεις, ποτε τελικα δεν εισαι αρκετα μεγαλος για να χασεις τη μανα σου. Δυναμωνεις ισως μετα. Και ποτε δεν εισαι αρκετα ετοιμος. Ποτε δεν εισαι ετοιμος να χασεις την αγαπη.
Ακομα κι αν η μανα σου γκρινιαζε, και δεν ητανε ποτε της ευχαριστημενη.
Εσυ ποτε δε θασαι ετομος για να τη χασεις. Μπορει να νομιζεις, αλλα δεν εισαι ετοιμος ποτε.
Ειναι ο νομος της φυσης. Το σωστο. Το παιδι να θαβει το γονιο, κι οχι ο γονιος το παιδι. Ασχετο που η φυση οτι της καπνισει κανει. Ερχεται για ολους η στιγμη που δεν ειμαστε καμμιας μανουλας παιδι. Ακομα χειροτερα δεν ειμαστε κανενος το παιδι. Και τοτε μεγαλωνουμε. Κι αυτο ποναει. Οσων χρονων κι αν ειμαστε ποναει.
Κι αμα χασεις τη μανα σου, γινεσαι ξαφνικα παιδι. Ξανα. Εκεινο το χαζο παιδι, που με το τιποτα εκλαιγε και με το τιποτα γελαγε. Γινεσαι ξανα αδυναμος. Μεχρι να βρεις τη δυναμη να ενηλικωθεις. Αν τη βρεις. Δε ξερω. Και γω την ψαχνω ακομα.
Γινομαι βαρετη και το ξερω, αλλα δε μπορω να κανω τιποτα γιαυτο.
Εδω ειναι ο τοπος μου, και δω θαρθω να κλαψω.
Εδω που δε με βλεπει κανεις, κι αμα δε θελει να με βλεπει, απλα αλλλαζει παραθυρο.
Ποναει, και καπου πρεπει να ξερασω τουτον τον πονο. Τα χρονια που αφησα να χαθουν σε τσακωμους, καυγαδες και γκρινιες. Τα χρονια που δεν ηξερα ποσο θα πονουσε. Που δε φανταζομουν ποσο θα πονουσε.
Να γινω μανα δικια μου, και μανα αυτων που αφησε πισω.
Να μαθω να ζω χωρις.
Να μαθω να ζω με το γιατι.
Γιατι γκρινιαζε, γιατι με πληγωνε, γιατι την πληγωνα, γιατι ειχαμε παντα αυτη την κοντρα.
Γιατι ποτε μου δεν καταλαβα ποσο θα μου λειψει.
Γιατι η βροχη που τοσο αγαπουσα, τωρα που τη σκεφτομαι στο φρεσκοσκαμμενο χωμα με σκοτωνει
Καποια πραγματα ειναι πολυ μεγαλα για να τα χωρεσει το κεφαλι σου. Εκει που νομιζεις οτι τα πατησες, τα ζουπηξες, τα στριμωξες, κι εχουνε χωρεσει, ακους ξαφνικα ενα πλοπ! κι εχουνε ξεχυθει και παλι εξω. Αντε ξαναμαζευε και ξαναζουπα εσυ...
Στο τελος καταληγεις να αποδεχτεις οτι εχεις μοναχα δυο επιλογες... Η να κοπανησεις το κεφαλι σου στον τοιχο, μπας κι ανοιξει και τα χωρεσει, ή να τα μικρυνεις, να τα κομματιασεις, μα χωσεις λιγα δω και λιγα κει, να τα φερεις καπως στα μετρα σου μπας και καταφερεις να τα δεχτεις.
Θα κανω το δευτερο.
Θα το πιασω, και θα το μικρυνω, θα το αλλαξω, θα το μασκαρεψω οπως μου αρεσει εμενα, και θα το χωρεσω επιτελους σε τουτο το στενο μυαλο μου.
Θα πω οτι δεν εγινε τιποτα.
Δεν αλλαξε τιποτα.
Η κυρα ποπη πηγε να βρει την αδερφη της, κι ειναι τωρα σε καποια κρητικη ταβερνα, βρεχουνε τα ποδαρια τους στη θαλασσα και κατεβαζουνε ρακες. Και μεζεδες. Και σιγα που θαρθει εδω να τηνε πρηζουμε, μανα αυτο και μανα το αλλο, μια χαρα καθεται εκει με την αδερφη της. Που θα της μαγειρευει και του κοσμου τα καλα, και δε θα της γκρινιαζει κανεις που παχαινει... Καθε φορα που μας βαριοτανε ετσι δεν εκανε; Πηγαινε εκδρομη. Ε και τωρα πηγε εκδρομη, και καλοπερναει, και θα αργησει να γυρισει, και να κανουμε καλα να τα βγαλουμε περα μονοι μας; Ακους;
Ησουνα παντα εκει. Απο τοτε που θυμαμαι, ησουνα παντα εκει, ή καπου εκει γυρω. Να με ξυπνησεις το πρωι. Να μου χτενισεις την κοτσιδα μου. Να μου κανεις πρωι πρωι επαναληψη στην ορθογραφια, που κοιμομουνα και την εγραφα μηχανικα, να με βαλεις στο σχολικο, νασαι στην πορτα να με περιμενεις οταν γυριζα.
Καθισμενη στο τραπεζακι ή στη μηχανη σου, να ραβεις τα "σωβρακα της κυρα Κατινας" πουλεγε ο πατερας μου, να μας τηγανιζεις στα γρηγορα απο ενα αυγο, να σε βρισκει το ξημερωμα πανω απο τα "βιαστικα", και να μην προλαβαινεις να ραψεις το κουμπι που παντα ξηλωνα απο τα τζην μου.
Και τωρα εφυγες.
Πεντε ραδιοφωνα στο σπιτι, ολα μαζι τα εβαζες, ενα στην κουζινα, ενα εκει που εραβες, ενα στην κρεββατοκαμαρα, ενα στο σαλονι, ενα στο μπανιο... Κι αμα δε σου αρεσανε αυτα που λεγανε, τους απαντουσες κι ολας, και σχολιαζες, κι ανοιγες ολοκληρη κουβεντα. Και με τα πεντε μαζι.
Και τωρα εφυγες.
Με επαιρνες στα γονατα σου και με ταχτιριζες, που ειχα γινει σαραντα χρονω γαιδαρα και περισσευα απο παντου, ασε μας ρε μανα σου λεγα, τωρα το θυμηθηκες, κι υστερα θυμοσουνα την αυλη που ηταν ασκουπιστη και τα ρουχα που δεν επλυνα καλα, κι αρχιζες να με ψελνεις....
Και τωρα εφυγες.
Φροντιζες τα παντα, απο τη διαχειριση του σπιτιου μεχρι το φαγητο το μεσημερι, με το δικο σου τροπο, ειχες τη δικη σου τη σειρα, κι αλλιμονο σε οποιον πηγαινε να στην αλλαξει.. Τα παντα περναγανε απο τα χερια σου, τα παντα λειτουργουσαν μεσα απο σενα, κι οσο κι αν σου αρεσε να γκρινιαζεις, ησουνα παντα εκει...
Και τωρα εφυγες.
Και τωρα, το κινητο μου δε θα ξαναχτυπησει, δεκα λεπτα που εφυγα απο το σπιτι να ακουσω εκεινο το "που εισαι παιδακι μου" που ναμαι ρε μανα, τωρα εφυγα, ουτε στη λεωφορο δεν εχω φτασει....
Και τωρα, δε θα ξαναπαρεις τηλεφωνο στη δουλεια, παιδακι μου φερε μου κρεμμυδια πεθυμησα στιφαδο, και πες του αντρα σου να φερει μπριζολες, απαχες για το μπαμπα, και φερε μου ενα πεντοκιλο λαδι, τι θα πει που θα το βαλεις, καλα φερτο μου αυριο που θα παρεις το αυτοκινητο...
Και τωρα, κανεις δε θα σαπουνιζει τα σπιτακια των σκυλιων, και δε θα σιδερωνει τα "περιεργα" ρουχα, που ολο χαλια τα εκανα, κι ελεγες οτι δεν ειμαστε για καλο ρουχο, ουτε να το πλυνουμε, ουτε να το φορεσουμε ειμαστε αξιοι...
Και τωρα, η γωνια σου ειναι αδεια, κι η λαμπα πανω απο το τραπεζι σου φωτιζει στο τιποτα.
Και τα ραδιοφωνα ειναι μουγκα.
Δε μιλανε, γιατι κανεις δεν ειναι εδω για να τους απαντησει...
Και κομματια τα υφασματα μεσα στις σακουλες σου, ματαια περιμενουνε καποιον που θα τους δωσει ζωη...
Κι η πολυθρονα σου ειναι αδεια, κι ο αντρας σου τη βλεπει και κλαιει, και την εφτιαξες βαρια, και τωρα σα να χει βαρυνει λιγακι ακομα... Θα τη σηκωσει ο γαμπρος σου, που ολο τον ζηταγες τωρα στο τελος, να τηνε φερει εδω, κι υστερα ισως να καθισει να ξεκουρασει λιγακι τη μεση του...
Τη γωνια που δουλευες θα την αφησουμε οπως την αφησες. Να σε βλεπουμε εκει σκυμμενη, να ραβεις, να φτιαχνεις, να ξηλωνεις, και να ξαναδημιουργεις. Κανεις μας δεν τολμαει να την πειραξει.
Και γω ακομα δεν καταλαβα οτι εφυγες.
Εχω το δαχτυλιδι σου, αυτο που θυμαμαι να φορας απο παντα. Θελω να το φορεσω, ελεγες παντα, δικο μου ειναι αυτο το δαχτυλιδι, το καπαρο της νονας για τη βαφτιση μου, και καποια στιγμη θα το φορεσω.
Δε θελω να το φορεσω.
Οχι ακομα.
Γιατι αμα το φορεσω θα σημαινει οτι δε θα το ξαναφορεσεις ποτε ξανα.
Απο τοτε που θυμαμαι τον εαυτο μου, θυμαμαι οτι δεν επρεπε να κλαιω.
Δεν επρεπε να κλαιω, γιατι στεναχωρουσα το μπαμπα μου, που μου ειχε αδυναμια.
Κι αληθεια, καθε φορα που εκλαιγα, εκλαιγε κι αυτος, και γω δεν ηθελα να κλαιει ο μπαμπας μου.
Γιαυτο κρατιομουνα οσο καλυτερα μπορουσα.
Εκλαιγα οταν δε με βλεπανε, αλλα παλι τα πρησμενα ματια κι η κοκκινη μυτη ολο με προδιδανε. Κι ας ελεγα οτι κρυωσα κι επαθα συναχι.
Μεγαλωνοντας, εμαθα οτι οι ανθρωποι ποτε δε μενουνε μαζι σου οταν κλαις. Κι αν μενουνε, ειναι γιατι τους ειναι δυσκολο να εντοπισουνε την εξοδο. Οι ανθρωποι ειναι μαζι σου οταν γελας. Ακομα καλυτερα οταν τους κανεις να γελανε. Ακομα και με αυτα που σε κανουνε να θελεις να κλαψεις. Κι ετσι, εμαθα να γελαω καθε φορα που θελω να κλαψω, και να κανω τους αλλους να γελανε μαζι μου, και καμμια φορα το ξεχναγα κι ολας οτι ηθελα να κλαψω.
Τωρα, ολοι μου λενε κλαψε.
Οταν ο μπαμπας μου δε βλεπει, μου λενε κλαψε. Κλαψε να ξεσπασεις. Κλαψε να ανακουφιστεις. Κλαψε να το βγαλεις απο μεσα σου.
Αλλα το κλαμα δεν ειναι πιτογυρο να παραγγειλω ενα με διπλη και εξτρα κρεμμυδι.
Τους τελευταιους εννια μηνες, εφαγα τα νοσοκομεια με το μαχαιροπηρουνο... Ετσι ειναι αυτα τα πραγματα, αμα περασουνε τα χρονια αρχιζει ο ανθρωπος και βγαζει ζημιες, κι αρχιζεις να τονε τρεχεις, ποτε δω και ποτε κει, ποτε καρμπυρατερ και ποτε αντλια βενζινης, κι αρχιζεις να συσφιγγεις τις σχεσεις σου με τον ιατρικο κλάδο θες και δε θες..
Κι επειδη τα νοσοκομεια περιλαμβανουν κι ατελειωτες ωρες αναμονης, και κατι πρεπει να ρημαδοκανεις για να περασει η ωρα, αρχισα να παρατηρω. Τι να παρατηρησεις σε ενα νοσοκομείο; Το μηχανημα που πουλαει καφεδες, η τα παγκακια που πηρανε απο τη σταση και τα βαλανε στις αιθουσες αναμονης; Τους γιατρους θα παρατηρησεις. Και τους νοσηλευτες. Αλλα τωρα θα πουμε για τους γιατρους. Μακρια απο μας.
Ξερω τον ΙΚατζη της γειτονιας μας. Αυτον που μας λενε "οικογενειακο γιατρο". Με το ξινο του υφακι, και τους αποτομους τροπους. Που δεν δεχεται εξετασεις που εκανες ιδιωτικα και σε στελνει να τις ξανακανεις στον ΙΚΑ, να μπερδεψουνε τα τσισα σου με τιις γειτονισσας και να βγεις εγγυμονουσα.. Που δε σου γραφει φαρμακα που συστησε αλλος γιατρος. Αυτος ξερει, οχι ο αλλος. Που απαξ και σου γραψει φαρμακο, παει και τελειωσε, αυτο ειναι, θα στο γραφει και θα το παιρνεις μεχρι να ψοφησεις... Δε θα σε ψειριζουμε μια ωρα κυρα μου, περιμενει και κοσμος αποξω... Ενα δυο τρια, κι οξω απο την πορτα. Εκτος αμα τον "κερασεις ενα καφε". Η μαμα μου παντα κερναει καφε, κι οταν θυμαται οτι ειμαι η κορη της, ειναι παντα πολυ ευγενικος μαζι μου. Και τις εξετασεις μου βλεπει, κι αδεια για τη δουλεια μου γραφει, και τρωει κι ενα μισαωρο για να δει τι σκατα εχω.. Μαλλον γιαυτο τονε λενε οικογενειακο. Κερνας ενα καφε και καθαριζει ολη η οικογενεια. Αν δεν αρρωσταινει συχνα τουλαχιστον.
Ξερω πια τους γιατρους των νοσοκομειων. Ευγενικοι, προθυμοι, υπομονετικοι. Να ακουνε τη γκρινια της μαμας μου, και να καθονται να της μιλανε σα νατανε η δικια τους μαμα... Να προσπαθουν να κανουν το καλυτερο μεσα στο γενικο πανικο, να σκυβουν πανω απο τις ερημες γιαγιαδες και παππουδες που δεν εχουνε κανενα να τους συνοδεψει στις εφημεριες, να σου χτυπανε την πλατη καθησυχαστικα οταν βλεπουνε οτι ζοριζεσαι, και να σου χαμογελανε... Ειδικευομενοι που ολη τη νυχτα δωσανε την ψυχη τους για να νιωσεις εσυ κι ο ασθενης σου καλυτερα, να περιμενουν το πρωι να δωσουν αναφορα, και να δεχτουν πολλες φορες την απορριψη, κι υστερα να ρθουν να σου πουνε συνωμοτικα "μη φυγεις ακομα, κατσε να ρθει κι ο καρδιολογος, ο πνευμονολογος, ο κολοκυθολογος..." προσπαθωντας να κανουνε οτι καλυτερο μπορουν...
Τους κοιταζω και ψαχνω να βρω τι τους κανει τοσο διαφορετικους. Στις ιδιες σχολες σπουδασανε, τον ιδιο ορκο εχουνε δωσει. Ελεγα πουναι ο αερας των βορειων προαστειων, αλλα τελικα δεν ειναι αυτο, γιατι γυρνωντας τα νοσοκομεια, τοδα και στο κεντρο, και στα νοτια προαστεια, και παντου... Τον γιατρο με το πενταλεπτο ραντεβου. Την παθολογο που προσφερθηκε να κανει τη γραφοδουλεια "επειδη μενω μακρια", και να παω την ταδε μερα που θαχει 24ωρη εφημερια, να παρω το φακελο που θαναι ετοιμος... στην απιθανη περιπτωση που κοιμαται, ειπε, να ζητησω να τη φωναξουν, δεν υπαρχει προβλημα...
Και τη διαφορα τη βρισκω... Βλεπω τον πενηνταρη, εξηνταρη ισως, βαριεστημενο "οικογενειακο" μου γιατρο. Και βλεπω κι αυτα τα παιδια, νεα και γεματα ορεξη να υπηρετησουν αυτο που ονειρευτηκαν και σπουδασαν.. Να μιλανε στους παππουδες και στις γιαγιαδες οπως θα μιλουσαν στους γονεις τους... Να σου απλωνουνε το χερι οπως θα το απλωναν στο φιλο ή στον αδερφο τους.. Να ντρεπονται που τους πηγες δυο κομματια φανουροπιτα στην εφημερια, αλλα να βλεπεις οτι χαιρονται που το σκεφτηκες...
Κι υστερα λεω, ετουτα τα παιδια, πως θαναι μετα απο εικοσι, τριαντα χρονια σε τουτη τη δουλεια; Ποση υπομονη και ποση δυναμη να τους εχει απομεινει πια; Ετουτα τα παιδια, των 900 εβραιων πια, ποσο θα αντεξουν πριν αρχισουν να περιμενουνε τον "κερασμενο καφε;". Πως θαναι η γλυκια πνευμονολογος που προσπαθουσε με τοση υπομονη να παρει πληροφοριες απο το μονιμο παραμιλητο της μαμας μου, που ξεχωριζε τα συμπτωματα αναμεσα στη γενικη γκρινια, που πασχιζε να βρει γιατι αυτη η γυναικα εχει πυρετο, αντι να της δωσει μια αντιβιωση και να τη στειλει σπιτι της, πως θαναι τουτο το κοριτσι μετα απο εικοσι χρονια; Θαχει την ιδια υπομονη; Θαχει την ιδια θεληση να βοηθησει;
Φοβαμαι οτι δε θα την εχει. Και τοτε, θα καμαρωνουμε την ευγενεια και την υπομονη των νεων παιδιων, και θα κοιταμε με μισο ματι την ξινη πνευμονολογο που κοιταει να τελειωσει το οχταωρο της και να παει σπιτι της... κι ισως να τη δικαιολογησουμε, αν τη θυμηθουμε απο τοτε που ητανε κι εκεινη νεα, και γεματη ονειρα για τη δουλεια της... Ισως...
Γιατι συνηθως, κεινες τις μερες της αρρωστιας τις ξεχναμε, και μαζι τους ξεχναμε κι ολους αυτους που μας ειχανε καποτε βοηθησει...